Ο Ευάγγελος ο εύκολος
Αυγούστου 15, 2010 in 01. ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, 13. ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ by Αλέξανδρος
- Ελάτε κορίτσια »ο πάρτε-πάρτε» στη γειτονιά σας . Και μη στριμώχνεστε… Όλοι θα πάρετε. Τσιμπιδάκια πολυτελείας, μπλουζάκια της μοδός, κιλοτάκια χρωματιστά και ότι άλλο τραβά η καρδιά σας, θα τα βρείτε εδώ. ΄΄
Ο πάρτε-πάρτε, ή ο κατά κόσμο Ευάγγελος ο εύκολος ή ο τσιφτετέλης, βρισκόταν σήμερα το πρωί στο χωριό με το φορτωμένο φορτηγάκι του να διαλαλεί τη πραμάτεια του. Φρέσκος-φρέσκος με φρεσκοβαμμένο το λεπτό μουστάκι του και μπόλικη μπριγιαντίνη στα μαλλιά γυάλιζε σαν λαδωμένος ποντικός. Πάντα ήταν κοκέτης αφού επιθυμούσε να βρει τη κατάλληλη νύφη και να έρθει εις γάμων κοινωνία το συντομότερο δυνατόν.
Είχε ταξιδέψει πολλές ώρες για να φτάσει ως εδώ. Οι γυναίκες του χωριού τον περίμεναν πως και πως κάθε Σάββατο, και αυτή τη φορά του είχαν βάλει απουσία μιας και είχε να φανεί δυο εβδομάδες. Κατέφθανε στο χωριό μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης με κορναρίσματα και φωνάζοντας από το μεγάφωνο. » Ο πάρτες- πάρτες στη γειτονιά σας, κορίτσια μη στριμώχνεστε όλοι θα πάρετε….»
Γυναίκες και παιδιά περικύκλωναν το κλειστό φορτηγάκι του σε χρόνο μηδέν και άρχιζαν να ψαχουλεύουν το εμπόρευμα.
-Να βάζεις κασέτα όπως βάζουν οι γύφτοι για να μην κουράζεσαι.
Του πρότεινε η κυρά- Παναγιώτα καθώς κοίταζε μια τεράστια λουλουδάτη κυλόττα που ήταν στα μέτρα της.
-ααα! Σε έβρισα εγώ κυρά Παναγιώτα. Μα εγώ είμαι παιδί πράμα. Κουράζονται τα παιδιά; Εξάλλου σε κάθε χωριό λέω άλλα.
-Τι λες δηλαδή; Το ρώτησε, που τώρα χάζευε κάτι μάλλινες σωβρακοφανέλες για τον πατέρα της.
- Όπως ξέρεις και δεν μπορώ να κρύψω άλλωστε είμαι γλυκοαίματος….
-Και σε τσιμπάνε τα κουνούπια και σένα.
Πετάχτηκε ο μικρός Γιαννάκης.
Να βάζεις ξύδι που βρωμάει να φεύγουνε. Συμπλήρωσε ο μικρός.
-Μα ποιανού είναι αυτό το μικρό. Τράβα παιδί μου στη μάνα σου.
Τον αποπήρε ο Ευάγγελος.
-Γιατί τι έκανα; Γκρίνιαξε ο Γιαννάκης.
-Όπως έλεγα, είμαι και πολύ γόης. Συνέχισε ο πάρτες-πάρτες. Και όσο να ’ναι, ξέρεις τώρα, τα κορίτσια του πάνω χωριού με λιμπίζονται , όμως εγώ προσέχω. Ευχή και κατάρα μου έχει αφήσει η μάνα μου να πάρω κορίτσι από σπίτι. Και να΄χω το νου μου μη με μπλέξει καμιά κωλοπετσωμένη.
-Καλά κάνεις και προσέχεις, μη σε παρασύρει κανένα κορίτσι.
Τον πείραξε η Δέσπω και έκλεισε το μάτι στη διπλανή της.
-Α. Μπράβο. Τώρα ήρθατε στα λόγια μου κορίτσια. Συμφώνησε μαζί τους.
- Αλλά δε καταλάβαμε τι σχέση έχει το μεγάφωνο; Γιατί τώρα τελευταία είσαι όλο βραχνιασμένος.
-Στάσου να σου δείξω . Α. Και που στε κορίτσια τσιμουδιά Ε!
- Μα παιδιά είμαστε τώρα νάυλε. Τον καθησύχασε η Δέσπω.
Νάυλο, ήταν άλλο ένα από τα χαϊδευτικά του ονόματα μεταξύ των πολλών που είχε.
Ο Νάυλον ανοίγει το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου βγάζει ένα τετράδιο σαλιώνει το δάχτυλο του, το ξεφυλλίζει και λέει.
-Μισό λεπτάκι κορίτσια να το βρω. Α.. εδώ είμαστε. Βλέπετε στο πάνω χωριό τώρα τελευταία εκφράζω ένα ενδιαφέρον για τη Βαγγελιώ τη κόρη της Φεγγάρος…
Οι γυναίκες που είχαν μαζευτεί γύρω του ήταν έτοιμες να βάλουν τα γέλια.
-Έτσι όταν φτάσω στο πάνω χωριό, συνέχισε ο Βάγγος τις διευκρινίσεις. Τραγουδάω το < ένα νερό κυρα Βαγγελιώ>
-Και δε μου λες με αυτό το τραγούδι θα ρίξεις την κοπέλα?
-Αχ –Βαχ και τη κοπελάρα 22 Μαίων.
-Μαμά…..
Πετάχτηκε πάλι ο μικρός Γιαννάκης.
-Γιατί αυτή έχει 22 Μάιδες και μεις μόνο έναν.
- Αααα… Μα ποιανού είναι αυτό το σκασμένο πρωί-πρωί και με συχύζει?
Μην εξάπτεσαι Νάυλε, παιδί είναι και λέει και καμιά χαζομάρα.
- Μα…. και γω παιδί είμαι μα προσέχω τι λέω.
- Τι παιδί είσαι και συ! Τι τάξη θα πας; εγώ θα πάω Τρίτη.
- Πάρτε το από μπροστά μου γιατί θα του ορμίσω. Σχεδόν φώναξε ο Βάγγος θυμωμένος.
- Έλα άσε τώρα το Γιαννάκη και τις κατακτήσεις σου και πες μας τι καινούργιο έφερες σήμερα.
Ο Βάγγος άνοιξε τα χέρια του και αγκάλιασε τη κερα Παναγιώτα και την Δέσπω και τις πήγε λίγο πιο παράμερα για να μην τον ακούσουν οι άλλες γυναίκες. Έσκυψε και είπε σαν να ξεστόμιζε κρατικό μυστικό.
- Λοιπόν κορίτσια μιλάμε για ΤΗΝ… εφεύρεση.
- Μίλα καλά ναύλε.
- Ε, άμα σας λέω. Όμως τσιμουδιά. Ψιθύρισε και κοίταξε μην το ακούν άλλοι. Μη το μυριστούν οι γύφτοι και μου πάρουν την πρωτιά.
-Πάλι μυστικά έχετε εσύ τον πείραξε η Σούλα η κομμώτρια.
-Μετά θα σου πω και σένα. Της είπε και συνέχισε. Α. Κορίτσια να ξέρετε θα είστε οι πρώτες που θα το δοκιμάσουν.
-Δεν πιστεύω να είναι σαν την άλλη εφεύρεση που είχες πουλήσει του κυρ-Χαράλαμπου και είχε πάρει φωτιά το σπίτι του;
Ρώτησε η Δέσπω.
- Ε…ο κυρ-Χαράλαμπος , μεγάλος άνθρωπος ήταν λάθος μου που τον εμπιστεύτηκα και με εξέθεσε.
- Για λέγε κακόμοιρε και μας έσκασες.
- Κορίτσια ψυχραιμία. Ψωνίστε με την ησυχία σας, να πιω και γω ένα καφεδάκι και εδώ είμαστε δε χανόμαστε.
Η πραμάτεια του είχε απ όλα, ρούχα αντρικά γυναικεία ,παιδικά. Είδη προικός ,καλλυντικά, κινητά τρίτης γενιάς μέχρι βιβλία. Σωστό πολυκατάστημα. Όταν χειμώνιαζε έφερνε και χαλιά. Τα φόρτωνε στη σχάρα του αυτοκινήτου και ήταν σαν τανκς με πολλά κανόνια.
-Άντε βρε Βάγγέλα.
Τον υποδέχτηκαν οι άντρες του χωριού στο καφενείο.
-Που χάθηκες μωρέ αδερφάκι μου;
-Μπίζνες αγόρια μου. Το ξέρω ότι έχω καθιερωθεί. Και ότι κανένας πλανόδιος γύφτος δε πιάνει μπάζα μπροστά μου αλλά πνίγομαι. Είπε όλο καμάρι.
Πράγματι ο Νάυλον,ή ο Πάρτε-Πάρτε, ή ο Ευάγγελος ο εύκολος ή ο Τσιφτετέλης ή ούτε και ο ίδιος δεν ήξερε πόσα παρατσούκλια είχε, ήταν μοναδικός στο είδος του.
Κάθε Σάββατο πρωί οι άντρες μαζεύονταν στο καφενείο στη πλατεία του χωριού αυτός άραζε το φορτηγάκι του και όλες οι γυναίκες με τα παιδιά πήγαιναν για ψώνια στο φορτηγάκι του.
Όλα είχαν πάνω τιμή και όση ώρα αυτός έπινε το καφεδάκι του οι γυναίκες χαζολογούσαν.
-Όλα τα καλούδια πάλι έφερες και ξεσηκώνεις τις γυναίκες του χωριού τον πείραξε ο πρόεδρος.
-Α. Πρόεδρε αφού το ξέρεις ότι είμαι λάτρης του ωραίου φίλου και ενδιαφέρομαι άμεσα και έμμεσα. Και φροντίζω για αυτές.
-Μπράβο σου Βάγγο. Έλα κάθισε να μας πεις τα νέα σου. Είπε ο πρόεδρος και του έδειξε τη καρέκλα δίπλα του. Ο Βάγγος θρονιάστηκε και παρήγγειλλε ένα βαρύ και όχι. Έπειτα γύρισε προς το πρόεδρο και ψιθύρισε με ύποπτο ύφος.
-Α. Πρόεδρε μπορώ να σε απασχολήσω δυο λεπτάκια.
Ο Βάγγος όταν είχε κάποιο πρόβλημα ζητούσε τη βοήθεια του προέδρου και εκείνος τον ορμήνευε κατά όπως άρμοζε, σαν καλλιεργημένος άνθρωπος που ήταν.
-Ξέρεις το γνωστό πρόβλημα με την Βαγγελιώ και την Αγλαΐα.
-Ότι;
Ρώτησε ο πρόεδρος θέλοντας να φρεσκάρει τη μνήμη του.
-Ότι.. για τη Βαγγελιώ έχω τραγούδι ενώ για την Αγλαΐα αφήνω υπονοούμενα με το τραγούδι του Καραγκιόζη.
-Με το Καραγκιόζη!! απόρησε ο πρόεδρος με το συνειρμό του Βάγγου.
- Ε. Αγλαΐα δε λέγανε τη γυναίκα του Καραγκιόζη, έτσι στο πηγαιμό για το κάτω χωριό βάζω το τραγούδι αυτό που λέει –όπα-όπα κολλητήρι. Είπε ο Βαγγος σαν να είχε σκεφτεί το πιο έξυπνο πράγμα του κόσμου.
-Βρε Βάγγο, τον διέκοψε ο πρόεδρος κάνεις κόρτε στη κοπέλα με το κολιτίρι το Καραγκιόζη και το Μορφονιό.
-όπα.. Πετάχτηκε ο Βάγγος. το Μορφονιό δε το σκέφτηκα καθόλου.
-Ευτυχώς. Τον διέκοψε ο πρόεδρος.
Αχ! Πρόεδρε έχω μεγάλο νταλκά και αν δεν παντρευτώ θα μαραζώσω. Περνούν τα νιάτα μου . Άσε που με πιάνει και το μάτι.
- Μην ανησυχείς για όλους έχει ο Θεός.
- Αχ.. από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί. Μουρμούρισε και έκανε το σταυρό του με κατάνυξη.
Αντωνία Δρόσου Βελισσαράτου









