Δεν άντεχαν την αλήθεια αυτού του κόσμου.

Αυγούστου 23, 2010 in 01. ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, 13. ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ by Αλέξανδρος

Ήταν σαν μια διάφανη αιθέρια ύπαρξη που ανεβαίνει, αλλάζει διάσταση, και αραιώνει, ώσπου χάνετε σαν αερικό και φτάνει στα αυτιά μας σαν ευγενικός καλοσυνάτος ψίθυρος να μας θυμίσει το μεγαλείο της ύπαρξης απαλλαγμένο από γήινους φόβους .
   
Κρατούσε στο λεπτό  χέρι της ένα κομποσκοίνι και προσευχόταν. Το κούνημα του κεφαλιού της μαρτυρούσε ότι είχε πάρκινσον. Πάσχιζε να συγκεντρωθεί στο δικό της μονόλογο, μάταια, στο νοσοκομείο μπαινόβγαιναν σαστισμένοι ανυπόμονοι άνθρωποι, μερικοί από αυτούς είχαν έρθει εδώ για να γράψουν φάρμακα στο βιβλιάριο τους. Δίπλα της καθόταν άλλη μία πολύ νεότερη καλόγρια που θα μπορούσε να ήταν εγγονή της. Είχαν έρθει εδώ πριν μισή ώρα περίπου, κάθισαν στο χώρο αναμονής έξω από το ιατρείο και περίμεναν τη σειρά τους υπομονετικά  για να γράψουν φάρμακα.  Πριν καθίσουν στη καρέκλα χαιρέτησαν ευγενικά όσους περίμεναν τη σειρά τους σκορπώντας ένα αληθινό αδερφικό χαμόγελο. Όλοι τους ανταπέδωσαν αυτό το χαιρετισμό με το ανάλογο χαμόγελο όλο σεβασμό.
Αυτές οι δυο γυναίκες έδειχναν σαν να είχαν έρθει εδώ από κάποιο άλλο μακρινό γαλαξία. Φορούσαν κάτασπρα καλοσιδερωμένα  ράσα με λεπτομερή τσάκιση  που αντανακλούσαν την καθαρότητα της καρδιά τους.  Έδειχναν να έχουν καθαρή ψυχή, απαλλαγμένη από μικρότητες που μαστιγώνουν το νου, και όλα αυτά τα είχαν κερδίσει μέσα από τον προσωπικό τους αγώνα.
Η νεότερη καλόγρια που καθόταν δίπλα της κράταγε και εκείνη ένα κομποσκοίνι και προσευχόταν. Δεν ξέρω αν το χρώμα που είχαν τα κομποσκοίνια έπαιζε κάποιο ρόλο γιατί της ηλικιωμένης ήταν σε αποχρώσεις του καφέ και της νεότερης σε διάφανο άσπρο.

Το φορτισμένο κλήμα που αιωρούταν γύρω τους τις αποσυντόνιζε. Μάλλον αγωνιούσαν να βρεθούν πίσω στο ησυχαστήριο τους. Ήταν εμφανές ότι δεν ανήκαν εδώ. Έτσι έκλειναν τα μάτια τους προσπαθώντας να δραπετεύσουν για λίγο μέσα από τη προσευχή. Ψιθύρισαν ψαλμούς κουνώντας τα χείλη τους. Οι φασαρία και οι φωνές τις τρόμαζε κάνοντας τις να πετάγονται σαν να τις ξύπναγε από κάποιο ιδανικό όνειρο. 
 Κάποια στιγμή και χωρίς να κοιτάξει η μία την άλλη καθώς ήταν βυθισμένες στο δικό τους μονόλογο τα σώματα τους γύρισαν αντικριστά μαρτυρώντας πόσο ανάγκη είχε η μία την άλλη.

Τη στιγμή που κάποιος τις κοίταζε ήταν σαν να τον ρούφαγε μια χοάνη τον στροβίλιζε, του άδειαζε τη σκέψη και τον μετέφερε σε ένα γαλήνιο τόπο. Ένα λεπτό, ήταν αρκετό για να κάνει κάποιος μια αστραπιαία απογραφή και να συλλογιστεί την ασημαντότητα του πάνω στη γη.  Να  θυμηθεί τη σύντομη διαδρομή του και να αξιολογήσει τη θέση του πάνω στο μονοπάτι  που έχει επιλέξει να βαδίσει.
Μα όταν το βλέμμα του έπεφτε αλλού, αμέσως τις ξέχναγε για να τις θυμηθεί πάλι το βράδυ, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, τη στιγμή που ο νους αδειάζει όλα τα άχρηστα και ανασύρει μικρές λεπτομέρειες με μεγάλη σημασία.

Το μεγαλείο τους, η ανωτερότητα τους, η καλοσύνη τους καθρεφτίζονταν στα πρόσωπά τους.  Η ηρεμία τους  διαχέονταν στο χώρο, θυμίζοντας μας τη  φωτεινή πλευρά του εαυτού μας, γεμάτη  χαρά, ομορφιά και ελπίδα. όμως, η φούρια και η αγωνία των ανθρώπων εδώ, την τσαλαπατούσαν ώσπου την εξαφάνιζαν.

 Ένας κύριος νευρικός που καθόταν απέναντι τους, νόμισε για μια στιγμή ότι κάποιος του πήρε τη σειρά, αμέσως κοκκίνισε από θυμό και ήταν έτοιμος να ξεστομίσει την δική του αλήθεια. μα εκείνη τη στιγμή ακριβώς η ηλικιωμένη καλόγρια σαν να είχε αισθανθεί τι είχε συμβεί άνοιξε τα  μάτια της και τον κοίταξε ευγενικά, του χαμογέλασε όλο αγάπη, όπως κάνουν οι μανάδες στα μικρά παιδιά που ετοιμάζονται να γκρινιάξουν όταν κάποιο παιδάκι που τους παίρνει ένα παιχνίδι. Εκείνος βλέποντας την πάτησε φρένο στα νεύρα του από σεβασμό, και ίσως, να ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που συγκρατούσε το θυμό του. Έπειτα, η  ηλικιωμένη καλόγρια του έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι της, και ήταν σαν να τον επιβράβευε για την εγκράτεια που έδειξε. Εκείνος το εισέπραξε και μπήκε σε σκέψη.

Η ήρεμη μάτια της, του είχε μιλήσει για την υπομονή, την αδύναμη γήινη υπόσταση που μας κρατάει δέσμιους, εγκλωβίζοντας το πνεύμα  μας και στερώντας του την εξύψωση που του οφείλουμε. Η εγωιστική συμπεριφορά μας αντιλαλεί πολλές φορές στα αυτιά μας σαν απόηχος των εφήμερων αναγκών μας. Τότε είναι που αναδύεται ο σκοτεινός εαυτός μας σβήνοντας από το χάρτη του νου την  εμπιστοσύνη και εμποδίζοντας το αληθινό χαμόγελο να φτάσει στα χείλη μας, υποβάλλοντας μας σε δοκιμασίες με χαμηλή συχνότητα .    

Φτάνει να καταφέρουμε να αντιληφθούμε τα θαύματα που γίνονται γύρω μας, επιβεβαιώνοντας ότι οι σκιές υπάρχουν, όταν το φως βρίσκει εμπόδιο τη σκέψη μας, όμως εκείνο πάντα θα  προσπαθεί να φτάσει σε μας, και να μας βοηθήσει να θυμηθούμε  τη τελειότητα μας, μέσα από το πρίσμα της σοφίας,  μηδενίζοντας την πλάνη του φόβου και σβήνοντας  τα μουντά χρώματα τα της μοναξιά.
   Τα  ευγενικά συναισθήματα πάντα θα βρίσκουν αποδέχτη χωρίς καμία προσπάθεια και η ζεστή παρουσία ενός φωτισμένου ανθρώπου μας  δίνει δύναμη μόνο με μια στοργική ματιά και ένα  χαμόγελο που θα παρηγορεί το λάθος με κατανόηση και θα επιβραβεύει το σωστό.

 Όταν έφυγαν από το νοσοκομείο αυτές οι δυο γυναίκες, για πολύ λίγο, όσο κρατάει ένα δάκρυ, άφησαν πίσω τους κάτι από την καλοσύνη και την ανιδιοτελή αγάπη τους.

Αντωνία Δρόσου Βελισσαράτου